Κάπου στο μέσο του Κόλπου της Χρυσοχούς, σε απόσταση περίπου 40 χιλιομέτρων από την πόλη της Πάφου, ανάμεσα στο Δάσος Πάφου στα ανατολικά και τη Χερσόνησο του Ακάμα στα δυτικά, είναι κτισμένη για χιλιετίες τώρα μια ιστορική πόλη. Σήμερα ονομάζεται Πόλη Χρυσοχούς, στους Ελληνιστικούς και Μεσαιωνικούς Χρόνους ήταν γνωστή ως Αρσινόη, ενώ στα αρχαία χρόνια ονομαζόταν Μάριον.

Ένα ταξίδι στη δυτική αυτή εσχατιά του νησιού μας δεν συνιστά μόνο μια βιωματική περιηγητική εμπειρία, αλλά και μια διερευνητική περιδιάβαση στην Ιστορία πολλών αιώνων, καθώς πιθανολογείται ότι η περιοχή αυτή κατοικήθηκε από την Κυπροαρχαϊκή εποχή (725-475 π.Χ.) και αποτελούσε ένα από τα δέκα αρχαία βασίλεια της Κύπρου. Από τις μέχρι σήμερα όμως επιγραφικές / νομισματικές μαρτυρίες δεν γνωρίζουμε παρά μόνο τα ονόματα ορισμένων βασιλέων του Μαρίου του 5ου και του 4ου π.Χ. αιώνος. Προικισμένη από τη Γεωγραφία και την Ιστορία η περιοχή του Κόλπου της Χρυσοχούς, με τη φυσική της ιδιαίτερη ομορφιά, το απέραντο γαλάζιο της Μεσογείου, τις εκτεταμένες βοτσαλένιες παραλίες και τους γραφικούς ηλιόλουστους κάμπους, τους ιστορικούς και πολιτιστικούς θησαυρούς, τους θρύλους και τους πανάρχαιους μύθους να πλέκονται περίτεχνα με το σήμερα σε έναν χώρο, όπου έζησαν και λατρεύτηκαν αρχαίοι Θεοί και Βασιλείς, εν τέλει συνιστά έναν θαυμαστό πόλο έλξης για φυσιολάτρες, εξερευνητές, λάτρεις της Ιστορίας, του Πολιτισμού και της ιδιόμορφης εντοπιότητάς της. Οι απαιτητικοί ταξιδιώτες και οι επίδοξοι κολυμβητές, αναζητούν σε αυτό το μέρος τις μεγαλοπρεπείς εξωτικές παραλίες, το ζεστό μεσογειακό κλίμα, τα καταγάλανα κρυστάλλινα νερά και τα μοναδικά τοπία, τις γαστρονομικές τοπικές απολαύσεις και στιγμές ξεγνοιασιάς και χαλάρωσης, μακριά από την πολυκοσμία των κοσμικών θερέτρων. Ένα ταξίδι στην Πόλη Χρυσοχούς συνιστά επί πλέον μια ευκαιρία γνωριμίας με τη γειτνιάζουσα χερσόνησο του Ακάμα στα δυτικά, αλλά και την ευρύτερη περιοχή του Κόλπου της Χρυσοχούς και τα γραφικά της χωριά στα ανατολικά.

Η Πόλη Χρυσοχούς σάς προσκαλεί να την ανακαλύψετε, ακολουθώντας μία εκ των δύο γραφικών διαδρομών από την πόλη της Πάφου είτε μέσω του καταπράσινου Στρουμπιού (Β7) είτε επιλέγοντας την παραλιακή διαδρομή μέσω της Πέγειας (Ε709), με θέα το απέραντο γαλάζιο της Μεσογείου και τις ήπιες εξάρσεις του επιβλητικού οροπεδίου της Λαόνας.

Το Λατσί με τις θελκτικές του παραλίες, με ολοένα αυξανόμενη ανάπτυξη από τουριστικά καταλύματα και εστιατόρια, προσελκύει χιλιάδες επισκέπτες κάθε χρόνο, που αναζητούν ξεκούραση, ωραία καθαρά νερά για κολύμπι και περιήγηση στα όμορφα τοπία της περιοχής. Από το Λατσί προσφέρονται επίσης οργανωμένες κρουαζιέρες για εξερεύνηση της ανατολικής ακτογραμμής  του Ακάμα προς τα ξακουστά Λουτρά της Αφροδίτης, την ειδυλλιακή Φοντάνα Αμορόζα, αλλά και πιο πέρα, μέχρι το ακρωτήρι του Ακάμα.

Η θάλασσα που περιβάλλει την περιοχή, πέραν των ελκυστικών παραλιών της, αποτελεί σημείο αναφοράς-«hot spot» για τη θαλάσσια βιοποικιλότητα σε παγκόσμιο επίπεδο και σημαντικό παραγωγικό βιότοπο ή καταφύγιο πολλών ζωντανών οργανισμών. Ορισμένα θαλάσσια είδη, που συναντά κανείς και σε άλλα μέρη του νησιού, όπως η θαλάσσια χελώνα Καρέτα, η μεσογειακή φώκια, κ.λπ. και θεωρούνται ως ευάλωτα, συναντώνται στο θαλάσσιο περιβάλλον, δυτικά και ανατολικά της Πόλης Χρυσοχούς.

Το θαλάσσιο αγγειόσπερμο φυτό Posidonia oceanica, που είναι ενδημικό φυτό της Μεσογείου και θεωρείται ως το σημαντικότερο θαλάσσιο οικοσύστημά της, έχει στη δυτική αυτή άκρη της Κύπρου την τιμητική του, εφόσον στην περιοχή του Ακάμα εντοπίστηκε ένα από τα βαθύτερα λιβάδια Ποσειδωνίας στη Μεσόγειο. Οι χελώνες Καρέτα, που ωοτοκούν στις παραλίες της Πόλης Χρυσοχούς βρίσκουν προστασία μέσα στο υποθαλάσσιο λιβάδι, τρέφονται και αναπαράγονται.

Ωστόσο, μια πόλη που είναι κτισμένη στα θεμέλια του αρχαίου Μαρίου, ενός από τα δέκα αρχαία βασίλεια της Κύπρου, με ένα τόσο ένδοξο παρελθόν θα πρέπει να ανακαλυφθεί στις πραγματικές της διαστάσεις.

Δύναται να θεωρείται σχεδόν βέβαιη η ταύτιση της περιοχής του Μαρίου και ενός, ως γνωστόν, από τα σημαντικότερα Κυπριακά Βασίλεια με την πεδιάδα της σημερινής Πόλης Χρυσοχούς. Το αρχαίο Μάριον ήταν ένα από τα πλουσιότερα αρχαία Κυπριακά Βασίλεια χάρη στη γεωγραφική του θέση, στη βορειοδυτική ακτή της Κύπρου, στα πλούσια κοιτάσματα χαλκού στο γειτονικό μεταλλείο της Λίμνης και χάρις στην ύπαρξη λιμανιού, απ’ όπου γίνονταν οι εξαγωγές, αλλά και εισαγωγές άλλων προϊόντων. Το Μάριον αναφέρεται εξάλλου σε ιστορικές πηγές ως κέντρο τού χαλκού. Η γεωγραφική θέση του Μαρίου τού επέτρεψε τη δημιουργία σχέσεων με τη Μητροπολιτική Ελλάδα, αφού η δυτική τοποθεσία του λιμανιού ήταν πιο κοντά στην Ελλάδα και εδώ έφθαναν πρώτα τα καράβια από η Δύση.

Από τον Οδηγό “Περιδιαβάζοντας την Πόλη Χρυσοχούς, Οδοιπορικό στα χωριά του Κόλπου Χρυσοχούς και στον Ακάμα”.

Το βιβλίο είναι διαθέσιμο στο Μουσείο Θάλασσα και Πολιτισμός Πόλις-Λατσιού.

Η SELAS συμμετείχε στην έκδοση και τεκμηρίωση του έργου, συμβάλλοντας στην καταγραφή της πολιτιστικής και γεωγραφικής ταυτότητας της περιοχής.

Η χλωρίδα τη Κύπρου θα πρέπει να εξεταστεί μέσα στα πλαίσια της μακρόχρονης ιστορίας της που αρχίζει από τη Νεολιθική εποχή (8200 π.Χ.) και συνεχίζεται με τη συνεχή και αδιάκοπη εκκοπή των δασών για γεωργικούς σκοπούς ή για την εκκαμίνευση των μεταλλευμάτων (χαλκού, αργύρου, χρυσού) ή ακόμα για την κατασκευή στόλου.

Ο Στράβων, που στηρίζεται στον Ερατοσθένη, μας πληροφορεί πως στο παρελθόν ακόμα και οι πεδιάδες ήταν καλυμμένες με δάση, τα οποία οι βασιλείς, τον παλιό καιρό, παραχωρούσαν σε ιδιώτες για εκμετάλλευση και μετατροπή τους σε καλλιεργήσιμη γη. Ωστόσο, ο ίδιος σημειώνει, πως η χρήση σημαντικής ξυλείας για την εκκαμίνευση χαλκού και αργύρου και για την κατασκευή στόλου ήταν επιπρόσθετος λόγος αποψίλωσης των τότε πυκνών δασών που κάλυπταν ολόκληρη την Κύπρο.

Η θαλασσοκρατία των Κυπρίων στα παλιά χρόνια, η κατασκευή μεγάλου στόλου για την εκστρατεία του Ξέρξη κατά της Ελλάδας, η κατασκευή στόλου για την πολιορκία της Τύρου από τον Μεγάλο Αλέξανδρο, η χρήση της ξυλείας από του Φοίνικες και τους Ρωμαίους για την επεξεργασία του χαλκού και την κατασκευή χάλκινων εργαλείων, όπλων και αγγείων και στη συνέχεια η χρήση κυπριακής ξυλείας από τους Ενετούς για την κατασκευή του στόλου τους και των μεγαλόπρεπων κτιρίων και φρουρίων τους είναι μόνο μερικά παραδείγματα της συνεχούς και ανελέητης αποψίλωσης που υπέστηκαν τα δάση της Κύπρου.

Οι κύριοι παράγοντες που επηρεάζουν τη χλωρίδα της Κύπρου είναι το κλίμα, το έδαφος, το νερό, το ανάγλυφο και ιδιαίτερα οι ανθρώπινες επεμβάσεις. Όπως έχει ήδη αναλυθεί, η Κύπρος χαρακτηρίζεται από μεγάλη ποικιλία εδαφών, μικροκλιματολογικών διαφορών, άνιση κατανομή βροχόπτωσης μεταξύ πεδιάδων και ορεινών εκτάσεων και τεράστια τοπογραφική ανομοιογένεια. Η κυπριακή χλωρίδα περιέχει σημαντικό αριθμό σπάνιων ειδών που ευδοκιμούν αποκλειστικά στην Κύπρο, τα λεγόμενα ενδημικά φυτά.

Επειδή οι γεωγράφοι συνέβαλαν σημαντικά στην ανάπτυξη της φυτογεωγραφίας, ιδιαίτερα στην ταξινόμηση της βλάστησης και την παραγωγή χαρτών βλάστηση, κάτι που αναγνωρίζεται και από τους βοτανολόγους και εφόσον η γεωγραφική επιστήμη καταπιάνεται περισσότερο με τον χώρο και τη χωρική κατανομή της βλάστησης, η εξέταση της κυπριακής χλωρίδας, στην παρούσα μελέτη δε θα γίνει σύμφωνα με τη μορφή που παρουσιάζουν τα φυτά (ξηρόφυτα, γεώφυτα, τριχωτά κτλ.), αλλά με βάση τον τόπο και το είδος της βλάστησης. Έτσι η χλωρίδα της Κύπρου είναι δυνατό να υποδιαιρεθεί στις ακόλουθες κατηγορίες:

Θαλάσσιες φυτικές κοινότητες, παρόχθιες φυτικές κοινότητες, παράλιες φυτικές κοινότητες, εισηγμένη μεσογειακή αυστραλιανή χλωρίδα του ευκαλύπτου, παραλιμναίες κοινότητες, υγροβιότοποι με καλαμιώνες ή καλαμιές, δάση (μικτά αειθαλή δάση, ακακίες σε αναδασωμένες εκτάσεις, αγριελιές), θαμνώδης βλάστηση (μακί, γκαρίκα, φρύγανα), ποές, αιωνόβια δέντρα και ενδημικά φυτά, αρωματικά φυτά, αναρριχητικά, αυτοφυή είδη δέντρων, θάμνων και πολυετών ξυλωδών φυτών που μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως καλλωπιστικά.

Από τη Σειρά «Σύγχρονη Γεωγραφία της Κύπρου», Φυσική Γεωγραφία της Κύπρου – Τόμος 1

Η παρουσία ορισμένων τάξεων ζώων σε μια περιοχή οδήγησε τους ζωογεωγράφους στην υποδιαίρεση της γης σε περιοχές πανίδας που, στην ουσία, δε διαφέρουν πολύ από τις περιοχές χλωρίδας. Έτσι, η γη υποδιαιρέθηκε στις ακόλουθες οκτώ ζωογεωγραφικές περιοχές: παλαιοαρκτική, αιθιοπική, ανατολική, αυστραλιανή, νεοαρκτική, νεοτροπική, αρκτική και ανταρκτική. Ο χωρισμός αυτός αφορά στα χερσαία ζώα  και ιδιαίτερα τα θηλαστικά, ενώ υπάρχει και στις θαλάσσιες περιοχές πανίδα με τους θαλάσσιους ζωοργανισμούς. Η Κύπρος ανήκει στην παλαιοαρκτική ζώνη που κατά ένα πρόχειρο τρόπο περιλαμβάνει την Ευρώπη, την βόρεια Αφρική και τη βόρεια Ασία.

Παρά την ποικιλία και την ιδιοτυπία της η κυπριακή πανίδα δε μελετήθηκε επαρκώς μέχρι τώρα. Εξάλλου, η στενότητα του γεωγραφικού χώρου, οι συχνές εκχερσώσεις του εδάφους, οι άλλες ανθρώπινες επεμβάσεις, καθώς και ποικίλοι άλλοι παράγοντες συμβάλλουν στην σταδιακή ελάττωση πολλών ειδών της κυπριακής πανίδας. Κυρίαρχη θέση μεταξύ της κυπριακής πανίδας κατέχει η ήμερη πανίδα, όπως είναι τα αιγοπρόβατα, οι αγελάδες και τα μοσχάρια, οι χοίροι, οι όνοι, οι ημίονοι και τα άλογα, τα πουλερικά, οι σκύλοι, οι γάτες κτλ.

Πανίδα των περασμένων εποχών

Αρκετά είδη της κυπριακής πανίδας συνεχίζουν να βρίσκονται στο ίδιο περιβάλλον από παλιές ιστορικές περιόδους, ενώ άλλα έχουν εξαφανιστεί. Ο Κυπριανός μνημονεύει μεταξύ άλλων ζώων της Κύπρου και τα «αγρίμια, τους αγριόχοιρους, τα αγριόβουδα και τα αγριογούρουνα, κυρίως στα δάση του Ακάμα και της Καρπασίας». Αναφέρει επίσης «την αλώπεκα, εξής γίνεται καλή γούννα». Ο Κυπριανός ακόμα αναφέρει αετούς, γεράκια, και φαλκώνια που «κάθε χρόνον εξ αυτών στέλλονται εις Κωνσταντινούπολιν των μεγάλων Τούρκων, αγριεύονται εις τους κρημνούς του Ακρωτηρίου της Λεμεσού». Μεταξύ των ήμερων ζώων, εκτός από τα βόδια, ο Κυπριανός περιλαμβάνει και «ολίγα βουβάλια».

Ο Μαρίτι αφιέρωσε τέσσερις περίπου σελίδες στην κυπριακή «κουφή», σημειώνοντας ταυτόχρονα κι ένα άλλο είδος έχιδνας που φέρει κέρατα (κεράστης).

Ο Μας Λατρί μνημονεύει τις «απειράριθμες καμήλες που χρησιμοποιούνται για μεταφορές». Αναφέρεται ακόμα στις «δορκάδες», τους αγριόχοιρους, τ’ αγρινά και τ’ αγριογούρουνα στα δάση του Ολύμπου και τις λόχμες της Καρπασίας και του Ακάμα.

Στο νησί γράφει ο Τσέχος περιηγητής του 15ου αιώνα Jan Hasisteinsky «υπάρχει άφθονο κυνήγι: ελάφια, αγριογούρουνα, αγριοκάτσικα, λαγοί και αγρινά. Υπάρχουν όμως και κάμποσα φίδια φαρμακερά». Ο συμπατριώτης του Oldrih Prefat επαναλαμβάνει περίπου τα ίδια για το 16ο αιώνα, σημειώνοντας πως «στην Κύπρο υπάρχουν πολλά ελάφια, γαζέλες και διάφορα άλλα ζώα για κυνήγι».

Τα αγριόβοδα, όπως αναφέρεται από τον Guadry, επέζησαν μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα, τουλάχιστον στη χερσόνησο του Ακάμα. Ο Ε. Φραγκούδης κατά το τέλος του 19ου αιώνα σημειώνει πως οι «βούβαλοι εξέλιπον τέλεον… Δορκάδες και σύναγροι δεν υπάρχουσι πλέον εν Κύπρω. Τινές μούσμονες ευρίσκονται εισέτε εν τη κοιλάδι του Ολύμπου».

Από τη Σειρά «Σύγχρονη Γεωγραφία της Κύπρου», Φυσική Γεωγραφία της Κύπρου – Τόμος 1

Η επιστήμη της Γεωγραφίας χρησιμοποιεί τον όρο «γεωγραφική περιφέρεια», που υποδηλεί έκταση γης με ομοιομορφία.

H ομοιομορφία στο χώρο είτε είναι φυσική είτε  προέρχεται από ανθρωπογενείς παράγοντες ή και τα δύο. Βέβαια η ταυτόχρονη φυσική και ανθρώπινη ομοιομορφία είναι η ιδανική κατάσταση. Πολλές φορές αυτό είναι εφικτό, γιατί οι ίδιοι οι φυσικοί παράγοντες συχνά διαμορφώνουν το κοινωνικο-οικονομικό υπόβαθρο. Αν πάρουμε, για παράδειγμα, την περιοχή των Κοκκινοχωριών, το ανάγλυφο δε διαφέρει απ’ εκείνο της Μεσαορίας, όμως η ύπαρξη του υδροφόρου στρώματος συνέβαλε στην ανόρυξη γεωτρήσεων που μετέτρεψε την περιοχή σε αρδευόμενη και αργότερα παραγωγική στην πατάτα, κάτι που δε συναντά ένας στην πραγματική Μεσαορία.

Θα πρέπει επίσης αναφερθεί πως οι γεωγραφικές περιφέρειες δεν είναι στατικές εκτός αν τα κριτήρια του καθορισμού τους είναι φυσικά. Το κυπριακό τοπίο δέχεται συνεχώς ανθρώπινες επιδράσεις που αναπόφευκτα τροποποιούν τα σύνορα. Κατασκευάζονται φράγματα που αυξάνουν τις αρδεύσεις και επεκτείνονται ειδικές καλλιέργειες που αλλοιώνουν τις περιφέρειες. Μερικές περιφέρειες αστικοποιούνται, τουριστικοποιούνται, βιομηχανοποιούνται κτλ. Για παράδειγμα, στη δεκαετία του 1960 τα χωριά Κισσόνεργα και Πέγεια, στην επαρχία Πάφου, ήταν κατάξερα, σήμερα έχουν γίνει αρδευόμενα με αποτέλεσμα η βλάστηση των μπανανιών, των επιτραπέζιων σταφυλιών, των εσπεριδοειδών και άλλων αρδευόμενων καλλιεργειών να έχει επεκταθεί από τα Κούκλια μέχρι το νησάκι του Αγίου Γεωργίου της Πέγειας. Κι εκεί που δε μπορούσαν τα χωριά αυτά, αυστηρά κρίνοντας, να περιληφθούν στην περιφέρεια της πεδιάδας Πάφου αλλά αποτελούσαν υποπεριφέρεια, μια και ήταν ξηρικά και διέφεραν των υπολοίπων, σήμερα αποτελούνται από ομοιόμορφα στοιχεία, όπως και τα υπόλοιπα χωριά του κάμπου της Πάφου.

Στην Κύπρο οι γεωγράφοι χρωστούν ευγνωμοσύνη στον ίδιο τον κυπριακό λαό, που με την πείρα και την ευθυκρισία του πρώτος καθόρισε τις γεωγραφικές περιφέρειες, όπως τη Μαραθάσα, τη Σολιά, την Πιτσιλιά, τα Κοκκινοχώρια, τη Μεσαορία, τα Αμπελοχώρια, την Καρπασία, τον Ακάμα κ.τ.λ.. Χωρίς γεωγραφική ή άλλην επιστημονική κατάρτιση ο κυπριακός λαός καθόρισε με ευκρινή σύνορα τις γεωγραφικές περιφέρειες, σε σημείο που εμείς σήμερα να τις βρίσκουμε έτοιμες. Ο κυπριακός λαός με κριτήρια τα εδάφη τέρρρα ρόζα και την καλλιέργεια της πατάτας καθόρισε τα Κοκκινοχώρια στο νοτιοανατολικό τμήμα της Κύπρου. Την κοιλάδα στις όχθες του Καρκώτη την ονόμασε Σολιά. Παίρνοντας ως σύνορα το δάσος Αδελφοί στα βόρεια, το δάσος Τροόδους στα δυτικά, το δάσος Μαχαιρά στ’ ανατολικά το δάσος της Λεμεσού στα νότια  δημιουργήθηκε η περιφέρεια της Πιτσιλιάς. Ακάμας είναι το δάσος Ακάμα με πολύ ευδιάκριτα σύνορα. Η Μαραθάσα είναι η κοιλάδα κατά μήκος του Σέτραχου αλλά και του άνω μέρους της κοιλάδας του Διαρίζου. Αυτό το κομμάτι της κοιλάδας του Διαρίζου ο γεωγράφος ίσως να μην το περιλάμβανε στον καθορισμό της γεωγραφικής περιφέρειας. Κι όμως δικαιολογημένα αυτό το άνω μέρος του Διαρίζου ανάμεσα σε δάση και βουνά θα πρέπει να αποτελεί τμήμα της υπόλοιπης περιφέρειας.

Ο κάμπος της Μεσαορίας με το ανάγλυφο, τα προσχωσιγενή εδάφη και την καλλιέργεια των δημητριακών, από πολύ νωρίς καθορίστηκε με ευκρινή σύνορα, νότια του Πενταδακτύλου και βόρεια της λοφώδους περιφέρειας των κρητίδων και μαργών. Και τί θα πει ένας για την περιφέρεια των Αμπελοχωριών που υπήρξε μια ζωτική περιφέρεια με την καλλιέργεια των αμπελιών να συνιστά ένα πολύ σημαντικό μέρος του πολιτισμού μας; Το ίδιο ισχύει και για τις υπόλοιπες περιοχές, όπως ο Πενταδάκτυλος, η Τιλλιρία, η πεδιάδα Πάφου, Λεμεσού, Κερύνειας, η Κεντρική Οροσειρά κτλ.

Ένα ερώτημα προβάλλει. Που είναι χρήσιμες οι γεωγραφικές περιφέρειες;

Από τη Σειρά «Σύγχρονη Γεωγραφία της Κύπρου», Γεωγραφικές Περιοχές Κύπρου – Τόμος 5

Λίγα ταξίδια στην Κύπρο συνδυάζουν τόσο όμορφα εντυπωσιακά τοπία, παραδοσιακά χωριά, συναρπαστική γεωλογία και αιώνες ιστορίας όσο η διαδρομή μέσα από την Ίνεια και το οροπέδιο Λαόνας. Με θέα την άγρια ακτογραμμή της χερσονήσου του Ακάμα, αυτή η γραφική διαδρομή προσφέρει στους επισκέπτες μια αυθεντική εμπειρία της αγροτικής Κύπρου, όπου αμπελώνες, μονοπάτια της φύσης, εντυπωσιακοί βραχώδεις σχηματισμοί και διαχρονικές παραδόσεις συνυπάρχουν.

Είτε ενδιαφέρεστε για τη φύση, τη φωτογραφία, τη γεωλογία, την παρατήρηση πουλιών ή απλώς για την εξερεύνηση μιας από τις πιο γραφικές περιοχές της Κύπρου, η Ίνεια, το οροπέδιο Λαόνα και όλη η περιοχή του Ακάμα αποτελούν έναν προορισμό που αξίζει να ανακαλύψετε.

Πού βρίσκεται το οροπέδιο Λαόνας;

Το οροπέδιο Λαόνας καταλαμβάνει το βορειοδυτικό τμήμα της επαρχίας Πάφου και αποτελείται από ένα σύνολο παραδοσιακών χωριών, όπως η Κάθικας, οι Πάνω και Κάτω Αρόδες, η Ίνεια, η Δρούσεια, η Κρήτου Τέρρα, η Ανδρολίκου και το Φάσλι.

Η θέση του δημιουργεί ένα από τα πιο εντυπωσιακά τοπία του νησιού. Στα βορειοδυτικά βρίσκεται η προστατευόμενη χερσόνησος του Ακάμα, ενώ προς τα βόρεια εκτείνεται η παράκτια πεδιάδα του Χρυσοχούς. Στα ανατολικά κατεβαίνουν εύφορες κοιλάδες προς την Πόλη Χρυσοχούς, ενώ στα νοτιοδυτικά το τοπίο ανοίγει σταδιακά προς την πεδιάδα της Πάφου.

Ακολουθώντας ένα αρχαίο οδικό δίκτυο κορυφογραμμής

Ο δρόμος που συνδέει την Κάθικα, τις Αρόδες, την Ίνεια και τη Δρούσεια ακολουθεί μια υπερυψωμένη κορυφογραμμή που λειτουργεί ως διαδρομή επικοινωνίας εδώ και αιώνες.

Ιστορικά στοιχεία δείχνουν ότι τμήματα αυτού του δρόμου χρησιμοποιούνταν ήδη από τη ρωμαϊκή εποχή. Αρχαιολογικές και ιστορικές μελέτες, όπως αυτές της Jane Fejfer στο Ancient Akamas, καταγράφουν τον δρόμο αυτό ως μία από τις βασικές διαδρομές σύνδεσης των οικισμών της περιοχής του Ακάμα.

Σήμερα, ο ελικοειδής ασφαλτοστρωμένος δρόμος επιτρέπει στους επισκέπτες να απολαμβάνουν πανοραμική θέα προς όλες τις κατευθύνσεις, διασχίζοντας ένα από τα πιο όμορφα αγροτικά τοπία της Κύπρου.

Ένα τοπίο διαμορφωμένο από τη γεωργία

Η διαδρομή στο οροπέδιο αποκαλύπτει ένα τοπίο που καλλιεργείται εδώ και γενιές.

Αμπελώνες καλύπτουν πολλές από τις ήπιες πλαγιές, ενώ αμυγδαλιές, ελαιώνες, χαρουπιές και εποχικές καλλιέργειες σχηματίζουν ένα πολύχρωμο μωσαϊκό καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου. Ανάμεσα στις καλλιεργημένες εκτάσεις επιβιώνει σχεδόν ανέπαφη η φυσική μεσογειακή βλάστηση.

Πλήθος ειδών πουλιών, τόσο ενδημικών όσο και μεταναστευτικών χρησιμοποιούν την περιοχή του Ακάμα ως σημαντικό διάδρομο μετανάστευσης.

Παραδοσιακά κυπριακά χωριά με διαχρονικό χαρακτήρα

Παρά τη σταδιακή ανάπτυξη και την επέκταση του αγροτουρισμού, τα χωριά της Λαόνας έχουν διατηρήσει σε μεγάλο βαθμό τον παραδοσιακό τους χαρακτήρα.

Πέτρινα σπίτια, καμάρες, ξύλινες στέγες και εσωτερικές αυλές αντανακλούν την αρχιτεκτονική κληρονομιά της περιοχής. Τα εποχικά έθιμα συνεχίζουν να αποτελούν μέρος της ζωής των κατοίκων, όπως ο τρύγος, η παρασκευή παραδοσιακών γλυκών όπως ο παλουζές και το σουτζούκο, οι εορτασμοί του Πάσχα και οι ποιμενικές παραδόσεις που διαμόρφωσαν την περιοχή για αιώνες.

Πρόβατα και κατσίκες βόσκουν ακόμη στις γύρω πλαγιές, ενισχύοντας την αυθεντική αγροτική ατμόσφαιρα που διαφοροποιεί τη Λαόνα από άλλες περιοχές της Κύπρου.

Ένας γεωλογικός θησαυρός

Το οροπέδιο Λαόνας είναι εξίσου εντυπωσιακό από γεωλογική άποψη. Το τοπίο έχει διαμορφωθεί από τη διάβρωση εκατομμυρίων ετών, δημιουργώντας ένα πολύπλοκο δίκτυο κοιλάδων, λόφων, απότομων πλαγιών και εποχικών ρευμάτων.

Η γεωλογία είναι εξαιρετικά ποικιλόμορφη και περιλαμβάνει ασβεστόλιθους, ψαμμίτες, κιμωλίες, μάργες, σερπεντινίτες, ηφαιστειακά πετρώματα και σχηματισμούς που ανήκουν στο σύμπλεγμα Μαμωνιών. Αυτή η σπάνια γεωποικιλότητα καθιστά την περιοχή ένα από τα πιο ενδιαφέροντα φυσικά εργαστήρια της Κύπρου.

Βουνί της Ίνειας – Το υψηλότερο σημείο της Λαόνας

Αν και πολλές τοποθεσίες του οροπεδίου προσφέρουν πανοραμική θέα, το πιο εντυπωσιακό σημείο είναι αναμφίβολα το Βουνί της Ίνειας, γνωστό και ως Βουνί του Αγίου Γεωργίου.

Με υψόμετρο περίπου 668 μέτρων, αποτελεί το υψηλότερο σημείο της χερσονήσου του Ακάμα. Στην κορυφή του βρίσκεται το μικρό εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου, προσφέροντας απρόσκοπτη θέα προς τη χερσόνησο, τα γύρω χωριά, τον κόλπο της Χρυσοχούς και τη δυτική ακτογραμμή της Κύπρου.

Ο λόφος αποτελείται από βαθιά θαλάσσια ιζήματα, όπως ραδιολαρίτες και ψαμμιτικά πετρώματα πλούσια σε χαλαζία, τα οποία καταγράφουν τη σύνθετη γεωλογική ιστορία του νησιού.

Οι εντυπωσιακοί βράχοι χαλαζιακού ψαμμίτη

Τα περιώνυμα γεωμορφώματα της Ίνειας είναι ιδιαίτερα επιβλητικά στο τοπίο και περιτριγυρίζονται από άγρια βλάστηση αλλά και πλούσια πτηνοπανίδα και ερπετοπανίδα. Οι βράχοι αυτοί αλλά και οι υπόλοιποι βράχοι του υψώματος του Βουνιού, είναι χαλαζιακοί ψαμμίτες και έχουν την ίδια σύσταση και ηλικία, δηλαδή μεταξύ 210-95 εκ. χρόνων.

Οι κάθετοι αυτοί βράχοι αποτελούν θέσεις φωλεοποίησης για διάφορα είδη πουλιών και δημιουργούν ένα από τα πιο δραματικά τοπία της δυτικής Κύπρου. Ιστορικά, οι βράχοι φιλοξενούσαν αποικίες γύπων, οι οποίοι σήμερα έχουν σχεδόν εξαφανιστεί από την περιοχή. Σήμερα απαντώνται άλλα είδη, όπως κάργιες, περιστέρια, γεράκια, πετρίτες και κουκουβάγιες.

Τα πιο πάνω γεωμορφώματα αποτελούν σήμερα ίσως τον σημαντικότερο προορισμό των συστηματικών αθλητών ή θιασωτών ερασιτεχνών της αναρρίχησης στην Κύπρο.

Ένα τοπίο πλούσιο σε ιστορία

Η στρατηγική θέση της Ίνειας έχει προσελκύσει το ενδιαφέρον για αιώνες.

Στο έργο του A Description of the Historic Monuments of Cyprus (1918), ο George Jeffery αναφέρει ότι ο λόφος πάνω από το χωριό πιθανόν φιλοξενούσε παρατηρητήριο του 16ου αιώνα λόγω της πανοραμικής θέας προς την ακτογραμμή.

Η ιστορική χαρτογραφία ενισχύει αυτή την άποψη. Χάρτες του Abraham Ortelius (1573) και του Vincenzo Maria Coronelli (1689) καταγράφουν τον οικισμό ως Igna (σημερινή Ίνεια) και αναφέρουν σημείο παρατήρησης της ακτογραμμής. Οι ίδιοι χάρτες καταγράφουν και τον οικισμό Ara, που συνδέεται με τη σημερινή περιοχή της Λάρας.

Γιατί να επισκεφθείτε την Ίνεια;

Ένα ταξίδι στην Ίνεια και το οροπέδιο Λαόνας είναι πολύ περισσότερα από μια απλή γραφική διαδρομή.

Οι επισκέπτες μπορούν να συνδυάσουν πανοραμικά σημεία θέας, παραδοσιακά χωριά, γεωλογικά μνημεία, ιστορικές διαδρομές, παρατήρηση πουλιών και αυθεντική κυπριακή φιλοξενία. Η περιοχή αποτελεί μια εξαιρετική εισαγωγή στη φυσική και πολιτιστική κληρονομιά της χερσονήσου του Ακάμα, παραμένοντας ένας από τους πιο ξεχωριστούς προορισμούς της δυτικής Κύπρου.

Είτε αφιερώσετε λίγες ώρες είτε μια ολόκληρη μέρα, το ταξίδι αποκαλύπτει μια πλευρά της Κύπρου όπου το τοπίο, η ιστορία και η παράδοση συνυπάρχουν σε απόλυτη αρμονία.

Το άρθρο βασίζεται στον οδηγό “Περιδιαβάζοντας την Ίνεια και τις παραλίες της Λάρας”

Ο οδηγός είναι διαθέσιμος στο Μουσείο και Εκπαιδευτικό Κέντρο Χελώνας Ίνειας–Λάρας.

Η SELAS ανέλαβε τη συγγραφή του Οδηγού μέσω γεωγραφικής, ιστορικής και χαρτογραφικής τεκμηρίωσης, παραγωγής χαρτών. Επιπλέον ανέλαβε τη ψηφιακή πλατφόρμα και την ανάπτυξη της επίσημης ιστοσελίδας του χωριού Ίνεια. Η εταιρεία παρείχε επίσης υπηρεσίες για τη δημιουργία του Μουσείου και Εκπαιδευτικό Κέντρο Χελώνας Ίνειας-Λάρας, συμβάλλοντας στη διατήρηση και ανάδειξη της πλούσιας πολιτιστικής και γεωγραφικής κληρονομιάς της περιοχής.

👉 Μάθετε περισσότερα για το έργο

👉 Επισκεφθείτε την επίσημη ιστοσελίδα Ίνειας–Ακάμα για περισσότερες πληροφορίες για την Ίνεια και τις παραλίες της Λάρας.

Η κοιλάδα της Σολιάς είναι μία από τις πιο καταπράσινες και ιστορικές περιοχές της Κύπρου. Βρίσκεται στις βόρειες πλαγιές του Τροόδους και διαμορφώνεται από τη διαδρομή του ποταμού Καρκώτη, ο οποίος πηγάζει από το Τρόοδος και καταλήγει προς την περιοχή της Μόρφου.

Η Σολιά είναι γνωστή για τα παραδοσιακά της χωριά, το δροσερό καλοκαιρινό κλίμα, τις καλλιέργειες και τη φυσική ομορφιά της. Αποτελεί δημοφιλή προορισμό για εκδρομές από τη Λευκωσία και άλλες περιοχές της Κύπρου.

Πού βρίσκεται η κοιλάδα της Σολιάς

Η κοιλάδα της Σολιάς εκτείνεται κατά μήκος του ποταμού Καρκώτη, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις συνδέεται γεωγραφικά και με την κοιλάδα του ποταμού Ατσά.

Το υψόμετρο της περιοχής παρουσιάζει μεγάλη διακύμανση: στα ανώτερα σημεία, κοντά στην Κακοπετριά, φτάνει περίπου τα 800 μέτρα  ενώ στα χαμηλότερα σημεία, προς Πέτρα και Καλό Χωριό, μειώνεται κοντά στα 150 μέτρα. Αυτή η διαφορά επηρεάζει το κλίμα, τη βλάστηση και τις καλλιέργειες.

Τα χωριά της Σολιάς

Η κοιλάδα περιλαμβάνει πολλά γνωστά ορεινά και ημιορεινά χωριά: Κακοπετριά, Γαλάτα, Ευρύχου, Τεμπριά, Ληνού, Κατύδατα, Φλάσου, Κοράκου, Καλό Χωριό, Πέτρα.

Η Κακοπετριά, η Γαλάτα και η Ευρύχου αποτελούν τους πιο γνωστούς τουριστικούς προορισμούς της περιοχής, με παραδοσιακή αρχιτεκτονική και έντονη τουριστική δραστηριότητα.

Όλα τα χωριά της Σολιάς και οι μεταξύ τους οδικές συνδέσεις παρουσιάζονται αναλυτικά στον Οδικό & Τουριστικό Χάρτη της SELAS, που αποτελεί χρήσιμο εργαλείο για εκδρομές στην περιοχή.

Φύση και τοπίο

Η Σολιά χαρακτηρίζεται από πλούσια βλάστηση και έντονη φυσική ποικιλία. Στις πλαγιές της συναντώνται πεύκα, τρεμιθιές και ξυσταριές, ενώ κατά μήκος του ποταμού αναπτύσσονται καλαμιώνες, λεύκες και κυπαρίσσια. Η εναλλαγή υψομέτρων δημιουργεί διαφορετικά μικροκλίματα που ευνοούν τόσο τα δασικά είδη όσο και τις καλλιέργειες.

Τουρισμός και εκδρομές

Η Σολιά αποτελεί έναν από τους πιο δημοφιλείς ορεινούς προορισμούς της Κύπρου, ειδικά τους καλοκαιρινούς μήνες λόγω του δροσερού κλίματος.

Η περιοχή προσφέρεται για μονοήμερες εκδρομές από τη Λευκωσία,πεζοπορία στη φύση, επίσκεψη σε παραδοσιακά χωριά, γαστρονομικές εμπειρίες.

Η Κακοπετριά και η Γαλάτα διαθέτουν ξενώνες, καφετέριες και τουριστικές υποδομές που εξυπηρετούν επισκέπτες όλο τον χρόνο.

Ιστορική και μεταλλευτική δραστηριότητα

Η ευρύτερη περιοχή της Σολιάς συνδέεται και με τη μεταλλευτική ιστορία της Κύπρου, καθώς κοντά βρίσκονται σημαντικά μεταλλεία όπως η Σκουριώτισσα και το Απλίκι.

Η εξόρυξη χαλκού και άλλων μετάλλων αποτέλεσε σημαντικό οικονομικό πυλώνα της περιοχής τον 20ό αιώνα. Σήμερα η δραστηριότητα αυτή έχει περιοριστεί σημαντικά.

Πρόσβαση

Η Σολιά είναι εύκολα προσβάσιμη από τη Λευκωσία μέσω οδικού δικτύου που οδηγεί προς το Τρόοδος. Υπάρχουν επίσης συνδέσεις που ενώνουν την περιοχή με άλλες ορεινές και ημιορεινές περιοχές της Κύπρου. Αυτό την καθιστά ιδανικό προορισμό για σύντομες αποδράσεις.

Η Σολιά στον χάρτη

Η κοιλάδα της Σολιάς αποτελεί έναν από τους πιο σημαντικούς φυσικούς και πολιτιστικούς άξονες του Τροόδους. Συνδυάζει φύση, παράδοση, γεωργία και ιστορία, προσφέροντας μοναδικές εμπειρίες σε κάθε επισκέπτη.

Για μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα της περιοχής, των χωριών και των σημείων ενδιαφέροντος, μπορείτε να δείτε τον Οδικό & Τουριστικό Χάρτη Κύπρου της SELAS, με αναλυτική αποτύπωση διαδρομών και αξιοθέατων.

Περισσότερες ιδέες για εξερεύνηση της Κύπρου θα βρείτε επίσης στο Touring Guide of Cyprus και στο Περιδιαβάζοντας την Κύπρο εκδόσεις SELAS.

Με την κλιματική αλλαγή σε εξέλιξη, θα πρέπει να αναμένουμε περισσότερες πανδημίες στο μέλλον;
 

Μπορεί η τρέxoυσα πανδημία του Covid19 να μην συσχετίστηκε με την κλιματική αλλαγή, μέχρι σήμερα τουλάχιστον, η επιστημονική κοινότητα παραδέχεται όμως, πως οι συνθήκες εμφάνισης και μετάδοσης πολλών ιών και νόσων δεν μπορούν να αποσυνδεθούν από τις ραγδαίες κλιματικές, περιβαλλοντικές, δημογραφικές, κοινωνικές, και άλλες αλλαγές, των συνθηκών ζωής των πληθυσμών στη Γη και της παγκοσμιοποίησης.

Το φυσικό περιβάλλον και οι σχέσεις φύσης και κοινωνίας, αντικείμενο της επιστήμης της Γεωγραφίας, της επιστήμης του χώρου και χρόνου, αποτελούν βασικές παραμέτρους για τη μελέτη της εμφάνισης και εξάπλωσης μίας νόσου.

Οι επιδημίες έχουν τη δική τους γεωγραφία. Συσχετίζονται με τον γεωγραφικό χώρο στον οποίο εμφανίζονται, τις ζώνες κλίματος, την βιοποικιλότητα, τις συνθήκες διαβίωσης, τις ανθρώπινες δραστηριότητες κ.λπ.

Η τροπική ζώνη ήταν πάντοτε εστία εμφάνισης ενδημικών ιών, οι οποίες ευνοούνται από το θερμό και υγρό κλίμα και το τροπικό δάσος. Ασθένειες συσχετισμένες με το τροπικό κλίμα, είναι η ελονοσία και ο δάγκειος πυρετός, όπου η υπερβολική βροχόπτωση των μουσώνων και η υψηλή υγρασία ενισχύουν την αναπαραγωγή και επιβίωση των κουνουπιών κατά μήκος των ποταμών, η νόσος από τον ιό Ebola, η οποία πρωτοεμφανίστηκε κοντά στο τροπικό δάσος στην Κεντρική Αφρική, ο πυρετός της ρηξιγενούς Κοιλάδας (Rift) στην υποσαχάρια Αφρική, o ιός Zika στο τροπικό δάσος Zika της Ουγκάντα κ.ά.

Η κλιματική αλλαγή και τα ακραία καιρικά φαινόμενα, με τις μεταβολές που επιφέρουν στον γεωγραφικό χώρο και χρόνο, αλλάζουν την σύγχρονη Ιατρική Γεωγραφία.

Ο παγκόσμιος ιατρικός χάρτης περιλαμβάνει, πέραν των παραδοσιακών κλιματικών ζωνών και περιοχών, γνωστών για τις ενδημικές τους ασθένειες, νέες περιοχές, σε άλλοτε αφιλόξενα στην μετάδοση και επιβίωση ιών, γεωγραφικά πλάτη του πλανήτη.

Σήμερα πολλοί επιστήμονες αποδίδουν τη διασπορά ιών και την εξάπλωση επιδημιών στην κλιματική αλλαγή και στις ανθρωπογενείς παρεμβάσεις στη φύση, με τις πιο κάτω κύριες επιπτώσεις στο φυσικό περιβάλλον.

  • Υπερθέρμανση του πλανήτη

Η αύξηση των θερμοκρασιών πυροδοτεί τις μεταναστεύσεις εντόμων και ζώων τα οποία, με την αύξηση της θερμοκρασίας, θα μετακινηθούν σε βορειότερα γεωγραφικά πλάτη, στα οποία θα συναντήσουν κατάλληλες συνθήκες διαβίωσης. Σύμφωνα με μελέτες, πιστεύεται πως τα μολυσματικά κουνούπια που ευθύνονται για τις επιδημίες του Δάγκειου Πυρετού, του Zika και Chikungunya, στην Αφρική, θα μετακινηθούν έως και τα μέχρι σήμερα ψυχρά ηπειρωτικά κλίματα, μολύνοντας πληθυσμούς οι οποίοι δεν έχουν καν ανοσία σε τέτοιους ιούς.

Η υπερθέρμανση θα οδηγήσει επίσης πολλά είδη πτηνών, φορείς ιών, να τροποποιήσουν τις μεταναστευτικές τους οδούς και να κάνουν στάσεις σε ψυχρότερα κλίματα, όπου θα συναντήσουν διαφορετικά είδη για πιθανή αναπαραγωγή και στη συνέχεια, θα συμβάλουν στη δημιουργία νέων ιών παθογόνων για τον άνθρωπο.

Η εύκρατη ζώνη, στην οποία εμπίπτουμε κλιματικά, απειλείται από τις τροπικές επιδημίες, ως αποτέλεσμα των μετακινήσεων πληθυσμών, οι οποίες τροφοδοτούνται από τις αυξανόμενες θερμοκρασίες.

Ήδη ιός του Δυτικού Νείλου, έκανε την εμφάνισή του, το 1999, στη Νέα Υόρκη, μετά από μία παρατεταμένη περίοδο ψηλών θερμοκρασιών και βροχοπτώσεων.

Η άνοδος της θερμοκρασίας και τα ακραία καιρικά φαινόμενα δεν αλλάζουν μόνο την γεωγραφία των λοιμωδών νοσημάτων αλλά και την εποχικότητά τους. Το φαινόμενο El Niño πχ., το οποίο διαταράσσει τα καιρικά συστήματα της τροπικής ζώνης, στις περιόδους υψηλότερων από τις κανονικές βροχοπτώσεων, αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης της ελονοσίας.

  • Αποψίλωση των δασών και δασικές πυρκαγιές

Η αποψίλωση των δασών, προς όφελος των εντατικών μονοκαλλιεργειών, της εντατικής αναπαραγωγής και εμπορίας ζώων και οι συχνές πυρκαγιές, θα ωθήσουν πολλά είδη πανίδας να εγκαταλείψουν τους φυσικούς τους βιότοπους προς αναζήτηση νέων ενδιαιτημάτων σε κατοικημένες περιοχές, μεταφέροντας ιούς και συμβάλλοντας σε πανδημίες.

Λαμβάνοντας υπόψη πως το 70% των λοιμωδών ασθενειών προέρχεται από τα ζώα (νόσος των πουλερικών, Η1Ν1 ιός της γρίπης, SARS κ.λπ.), η μετακίνηση των ζώων τα φέρνει σε άμεση επαφή με τον άνθρωπο. Επιπλέον, οι ανάγκες σίτισης των πληθυσμών, θα ωθήσει περισσότερους ανθρώπους στην κατανάλωση ζώων και στη μετάδοση μολυσματικών ασθενειών στον άνθρωπο.

Επιστήμονες πιστεύουν, πως η νόσος που προκλήθηκε από τον ιό Ebola και εμφανίστηκε το 2014 στην Δυτική Αφρική, οφείλεται στην αποψίλωση του τροπικού δάσους. Η βίαιη εισβολή του ανθρώπου στο φυσικό περιβάλλον πολλών ζώων ανάγκασε την απομάκρυνση των νυχτερίδων από το φυσικό τους περιβάλλον, ενώ η κατανάλωσή τους επέτρεψε την μετάδοση του ιού στον άνθρωπο.

Σύμφωνα με μελέτες, πιστεύεται πως στην άγρια ​​πανίδα φιλοξενούνται περίπου 1,7 εκατομμύρια άγνωστοι προς τον άνθρωπο ιοί.

  • Ατμοσφαιρική ρύπανση

Ίσως η ατμοσφαιρική ρύπανση να πρέπει να θεωρείται μία τρέχουσα «πανδημία», αφού αρκετές ασθένειες, συνδέονται άμεσα με την ποιότητα του αέρα, του νερού, τη χημική ρύπανση κ.λπ. Η ατμοσφαιρική ρύπανση, που είναι κυρίως ανθρωπογενούς προέλευσης και οφείλεται κυρίως στη χρήση ορυκτών καυσίμων, του άνθρακα κ.λπ. προκαλεί, σύμφωνα με έρευνες, σοβαρό πρόβλημα στην υγεία των πληθυσμών και ενδεχόμενους θανάτους στις μεγάλες βιομηχανουπόλεις του κόσμου.

  • Περιβαλλοντική μετανάστευση και αστικοποίηση

Η υποβάθμιση του περιβάλλοντος, η ξηρασία και οι πλημμύρες, αναγκάζουν τους πληθυσμούς να εγκαταλείψουν τις περιοχές που πλήγονται και να μετακινηθούν σε πυκνοκατοικημένα κέντρα, για διαμονή και αναζήτηση εργασίας. Η αυξημένη πυκνότητα πληθυσμού στα αστικά κέντρα, αυξάνει τους κινδύνους εμφάνισης και μετάδοσης επιδημιών.

  • Το λιώσιμο του παγωμένου εδάφους

Στις πολικές περιοχές, το permafrost, ένα μόνιμα παγωμένο έδαφος το οποίο αποτελείται από πάγο και οργανική ύλη, έχει αρχίσει να λιώνει, ως αποτέλεσμα της αύξησης των θερμοκρασιών. Το φαινόμενο αυτό θα μπορούσε να απελευθερώσει ισχυρά αέρια θερμοκηπίου, όπως το μεθάνιο και να φέρει στην επιφάνεια, άγνωστα βακτήρια και ιούς. Επιπλέον, η άνοδος της στάθμης της θάλασσας, θα επιφέρει, με τις μετακινήσεις πληθυσμών από τις παράκτιες περιοχές, αλλαγές στα χερσαία οικοσυστήματα.

Με την κλιματική αλλαγή στον πλανήτη σε εξέλιξη, θα πρέπει οι άνθρωποι να αναμένουν περισσότερες πανδημίες στο μέλλον; 

Πολλοί επιστήμονες αναμένουν αλλαγές στη γεωγραφία και την ένταση των επιδημιών παγκόσμια. Η κλιματική και οικολογική κρίση αλλά και η παγκοσμιοποίηση, με το εμπόριο και τις διασυνδέσεις μεταξύ λαών, θα μπορούσαν να μετατρέψουν μία ενδημική νόσο σε πανδημία ή να επιτρέψουν την εμφάνιση νέων ιογενών νόσων.

Η κλιματική αλλαγή είναι μια άμεση απειλή, τόσο γεωγραφικά όσο και χρονικά. Πολεμώντας την κλιματική αλλαγή και προστατεύοντας το φυσικό μας περιβάλλον, ελαχιστοποιούμε το ενδεχόμενο μίας μελλοντικής πανδημίας.

Χριστίνα Καρούζη
Γεωγράφος-Χαρτογράφος

Η Κύπρος, σύμφωνα με μαρτυρίες αρχαίων κυρίως συγγραφέων, δέχτηκε αρκετές ονομασίες που οφείλονται είτε στα γεωμορφολογικά της χαρακτηριστικά, σε τοποθεσίες, προϊόντα του νησιού, ζώα, ερπετά ή έντομα, μυθικά ή ιστορικά πρόσωπα, είτε σε ονομασίες ξένων επιδρομέων και εποικιστών. Οι κυριότερες από τις ονομασίες αυτές είναι οι ακόλουθες:

1. Ακαμαντίς.

Η ονομασία αυτή αναφέρεται από τον Φιλωνίδη, τον Πλίνιο και τον Αστύνομο. Πιθανόν τ’ όνομα να οφείλεται είτε στην περιοχή του Ακάμα, στη βορειοδυτική Κύπρο, είτε στον γιο του Θησέα, τον Ακάμαντα. Μέχρι τα μεσαιωνικά χρόνια η ονομασία αυτή χρησιμοποιείτο σ’ ενετικούς χάρτες, όπως για παράδειγμα ο χάρτης του Κορονέλλι με τον τίτλο “Acamantis Insula”.

2. Κεραστίς (Κεραστία, Κεραστιάς ή Κεράστεια).

Ο Ξεναγόρας, ο Λυκόφρων, ο Ανδροκλής, ο Στέφανος Βυζάντιος, ο Ευστάθιος και άλλοι, αναφέρονται στην ονομασία αυτή, που πιθανόν να οφείλεται στις πολλές εξοχές (άκρες) του νησιού, που τις αποκαλούσαν κέρατα. Είναι γνωστό ότι και σήμερα η Κύπρος έχει πολλά ακρωτήρια. Δεν αποκλείεται να προέρχεται και από το δέντρο «κερατέα» ή «κερατία», τη γνωστή χαρουπιά που φυτρώνει πληθωρικά μέχρι σήμερα στην Κύπρο.

3. Ασπελία.

Την ονομασία αυτή τη χρησιμοποιεί ο Ξεναγόρας, που πιθανόν να πρόκειται για αμπέλια, μια και η Κύπρος φημιζόταν για τα κρασιά και τα σταφύλια της. Ευνοϊκά σχόλια για τα κυπριακά κρασιά κάνει ο Πλίνιος, ενώ στα φιλολογικά κείμενα το κρασί της Κύπρου χαρακτηρίζεται με πολύ κολακευτικά επίθετα.

4. Αμαθουσία.

Την ονομασία αυτή χρησιμοποιεί ο Ξεναγόρας, ο Στέφανος Βυζαντινός και ο Πλίνιος. Προέρχεται από τη γνωστή αρχαία πόλη της Αμαθούντας που υπήρξε ένα από τα δώδεκα αρχαία βασίλεια της Κύπρου.

5. Κίτιον, χώρα Κιττιέων, Χεττιείμ.

Ο Θεοδώρητος αναφέρεται στην ονομασία Χεττιείμ, μια ονομασία που αναφέρεται επίσης από τον Ευσέβιο. Ο Ευσέβιος, ακόμα, ονομάζει την Κύπρο χώρα Κιττιέων, ενώ ο Επιφάνιος Κωνσταντίας σημειώνει πως το Κίτιον είναι το νησί των Κυπρίων.

6. Μακαρία.

Η ονομασία αυτή που αναφέρεται από τον Πλίνιο, τον Ξεναγόρα και τον Πτολεμαίο, ίσως να οφείλεται στα πλούσια αγαθά που παρήγε το νησί, κάτι που υπογραμμίζει και ο Στράβων.

7. Σφήκεια.

Ο Στέφανος Βυζάντιος. Ο Λυκόφρων και ο Φιλοστέφανος χρησιμοποιούν την ονομασία αυτή, που πιθανόν να οφείλεται στους πολλούς σφήκες που υπήρχαν στο νησί.

8. Κρύπτος.

Ο Ξεναγόρας, ο Ευστάθιος, ο Στέφανος Βυζάντιος, ο Αστύνομος και ο Πλίνιος αναφέρονται στην ονομασία αυτή που, όπως σημειώνει ο Ευστάθιος, «ονομάστηκε έτσι για το ότι το νησί είναι κρυμμένο στην θάλασσα.

9. Κολινία.

Η ονομασία αυτή χρησιμοποιείται από τον Αστύνομο και τον Πλίνιο. Δεν είναι βέβαιο αν η ονομασία προέρχεται από τη λατινική λέξη «collinus»  που αποδίδει τους πολλούς λόφους της τοπογραφίας του νησιού.

10. Κύπρος.

Κατά τον Ευστάθιο, που αναφέρεται σε παλαιότερους συγγραφείς, η Κύπρος πήρε το όνομά της είτε από τον Κύπρο, το γιο του Κινύρα είτε από το φυτό χεννά που φύτρωνε στο νησί, το οποίο οι Ιουδαίοι έλεγαν κόφερ, οι δε Έλληνες κύπρο.

11. Αερία.

Κατά τον Ησύχιο, η Κύπρος ονομαζόταν Αερία, πιθανόν από τον Αερία, μυθικό πρόσωπο, ιδρυτή του ναού της Αφροδίτης, πιο αρχαίο κι απ’ αυτόν τον Κινύρα. Ίσως η ονομασία να οφείλεται και στην ομίχλη που συχνά στα παλιά χρόνια πιθανόν να κάλυπτε το νησί.

12. Νέα Ιουστινιανή.

Σύμφωνα με τον Κυπριανό, η Κύπρος ονομάστηκε και Νέα Ιουστινιανή από τη γνωστή μετακίνηση των Κυπρίων στη Μικρά Ασία και την εγκατάστασή τους κοντά στην Κύζικο, τη Νέα Ιουστινιανή, από το όνομα του Ιουστινιανού Β’, τον 7ο αιώνα μ.Χ..

Από τη Σειρά «Σύγχρονη Γεωγραφία της Κύπρου», Τόμος Α, Φυσική Γεωγραφία της Κύπρου.

Η Κύπρος κατέχει μία προνομιούχα θέση στη Μεσόγειο, στο σταυροδρόμι τριών ηπείρων, της Ευρώπης, της Ασίας και της Αφρικής.

Τα βασικά χαρακτηριστικά της θέσης της Κύπρου, που επηρέασαν σε μεγάλο βαθμό τη γεωγραφία, την ιστορία και γενικά τον πολιτισμό της, είναι τα ακόλουθα:

1. Η Κύπρος βρίσκεται στο κέντρο του αρχαίου κόσμου (Αίγυπτος, Μεσοποταμία, Συρία, Παλαιστίνη, Μικρά Ασία, Ελλάδα, Κρήτη), μια ένδειξη πως από την αυγή της ιστορίας της τέθηκε αντιμέτωπη με τα πολιτιστικά ρεύματα των αρχαίων χωρών. Η θέση της μεταξύ Αιγαίου και Ανατολής υπήρξε άλλοτε γέφυρα επαφής και επικοινωνίας κι άλλοτε διαιρετικό όριο δυο εντελώς διαφορετικών κόσμων. Δεν είναι εκπληκτικό πως ο αρχαίος πολιτισμός της Κύπρου εξηγείται από την ιδιαίτερη της γεωγραφική θέση.

Οι σχέσεις, ιδιαίτερα οι εμπορικές, της Κύπρου με τους Μυκηναίους από το 14ο αιώνα π.Χ. έθεσαν στερεές βάσεις για πολιτιστική συνεργασία, από δε το 12ο αιώνα η Κύπρος βρίσκεται στην ουσία μέσα στα σύνορα της Ελλάδας και μαζί βέβαια της Ευρώπης.

Η άφθονη παρουσία χαλκού στην Κύπρο κι η ιδιαίτερη θέση του νησιού μεταξύ Ανατολής και Δύσης συνέβαλαν στην κατάκτηση της Κύπρου από πολλού λαούς της Ανατολής, όπως ήταν οι Φοίνικες, οι Ασσύριοι, οι Αιγύπτιοι και οι Πέρσες.

Εξάλλου, η Κύπρος ενήργησε ως σταθμός ανάμεσα στην Ανατολή και στη Δύση. τόσο στους αρχαίους. όσο και στους μεσαιωνικούς χρόνους. Τόσο η ευφορία της Κύπρου, όσο και η γειτνίασή της με τους Αγίους Τόπους την κατέστησαν χώρο ανεφοδιασμού, ορμητηρίου και καταφυγίου για τους Σταυροφόρους της Παλαιστίνης.

2. Η διώρυγα του Σουέζ βρίσκεται στα νότια και σε σχετικά μικρή απόσταση από την Κύπρο. Η διώρυγα που ανοίχθηκε το 1869, επέτρεψε στη Μεσόγειο Θάλασσα να επικοινωνεί όχι μόνο με τον Ατλαντικό Ωκεανό αλλά και με τον Ινδικό. Η αρτηρία Μεσογείου – Ερυθράς Θάλασσας – Ινδικού Ωκεανού συνέβαλε στην ανάπτυξη του διεθνούς εμπορίου.  Αναπόφευκτα, η Κύπρος απέκτησε στρατηγική σημασία εξαιτίας της γειτνίασής της προς τη διεθνή αυτή εμπορική οδό.

3. Οι πετρελαιοπαραγωγικές χώρες της Μέσης Ανατολής βρίσκονται σε πολύ μικρή απόσταση από την Κύπρο. Το πετρέλαιο, το πολύτιμο τούτο είδος ενέργειας, διακινείται προς την Ευρώπη είτε μέσω πετρελαιαγωγών που καταλήγουν στ’ ανατολικά της Κύπρου.

Το γεγονός ότι γεωπολιτικά η Κύπρου βρίσκεται σ’ ένα χώρο ύψιστης οικονομικής στρατηγικής και πολιτικής σημασίας, όπως είναι η Μέση Ανατολή και η Ανατολική Μεσόγειος, έχει προσδώσει στην Κύπρο σοβαρές διαστάσεις.

4. Η θαλάσσια αρτηρία Μαύρης Θάλασσας – Βοσπόρου – Προποντίδας – Δαρδανελλίων – Αιγαίου – Μεσογείου, βρίσκεται πολύ κοντά στα βορειο-δυτικά της Κύπρου. Η υδάτινη αυτή αρτηρία στους αρχαίους χρόνους συνέβαλε στην εξάπλωση του ελληνικού αποικισμού και του εμπορίου.

5. Η χερσαία αρτηρία Μεσογείου – Περσικού Κόλπου, μέσω των κοιλάδων Ορόντη, Ευφράτη και Τίγρη βρίσκεται στ’ ανατολικά της Κύπρου. Οι εμπορικές και άλλες σχέσεις, ιδιαίτερα της Βόρειας Συρίας και της Μεσοποταμίας μ’ άλλες χώρες της Μεσογείου, αναπτύχθηκαν στο παρελθόν μέσω της αρτηρίας αυτής.

6. Η θέση της Κύπρου μεταξύ τριών ηπείρων (Ευρώπης, Ασίας, Αφρικής), της επιτρέπει από τη μια να παρακολουθεί από πολύ κοντά τα σύγχρονα πολιτιστικά ρεύμα της Ευρώπης και από την άλλη να συνάπτει εμπορικές σχέσεις με τα κράτη της Αφρικής και Ασίας.

7. Η ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχει επεκτείνει τα όρια της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην Ανατολική Μεσόγειο, διευρύνει και διευκολύνει τις εμπορικές σχέσεις της Ευρώπης με τη Μέση Ανατολή και εμπλουτίζει την πολιτιστική κληρονομιά της Ε.Ε.

Από τη Σειρά «Σύγχρονη Γεωγραφία της Κύπρου», Τόμος Α, Φυσική Γεωγραφία της Κύπρου.

Η Γεωλογία της Κύπρου είναι ιδιαίτερα συναρπαστική μια και ορισμένες πτυχές της είναι, όχι μόνο ενδιαφέρουσες, αλλά σπάνιες και μοναδικές. Η γεωλογία της Κύπρου μπορεί να εξεταστεί με βάση τις τέσσερις βασικές περιοχές, δηλαδή το Οφιολιθικό Σύμπλεγμα του Τροόδους, την Οροσειρά της Κερύνειας, την Κεντρική πεδιάδα (Μεσαορίας) και το Σύμπλεγμα των Μαμωνιών.

Οφιολιθικό Σύμπλεγμα Τροόδους

Το Οφιολιθικό Σύμπλεγμα Τροόδους τράβηξε την προσοχή των γεωλόγων, για μερικές δεκαετίες τώρα, λόγω της ιδιαίτερης δομής του. Θεωρείται ότι αποτελεί μέρος του αρχαίου ωκεάνιου φλοιού και του ανώτερου μανδύα της της. Ιδιαίτερα η σύσταση της σειράς των πετρωμάτων που αποτελούν το Οφιολιθικό Σύμπλεγμα του Τροόδους είναι γενικά παρόμοια της σειράς που βρίσκεται στους φλοιούς των ωκεανών. Έτσι η μελέτη του Συμπλέγματος αποδείχτηκε πολύ ενδιαφέρουσα και αναγκαία, τόσο για την ερμηνεία των σημερινών ωκεανών όσο και για την κατανόηση των ορογενετικών διεργασιών.

Ο όρος «οφιόλιθος», από τις ελληνικές λέξεις «όφις» και «λίθος», χρησιμοποιήθηκε γιατί ο σερπεντινίτης, που είναι ένα πολύ κοινό πέτρωμα των οφιολίθων, ομοιάζει με το δέρμα του φιδιού. Ο όρος ωστόσο τροποποιήθηκε, ιδιαίτερα κατά τη δεκαετία του 1960, ώστε να περιλάβει μερικά άλλα πετρώματα που πιστεύεται ότι αποτελούν κομμάτια τόσο του ωκεάνιου φλοιού, όσο και του ανωτέρου μανδύα της γης. Το γεγονός λοιπόν ότι τα πετρώματα του Οφιολίθου του Τροόδους είναι σήμερα εκτεθειμένα στην επιφάνεια της Κεντρικής Οροσειράς της Κύπρου και αποτελούν υπαίθριο γεωλογικό μουσείο για τους επιστήμονες, είναι ένας σημαντικός λόγος ώστε να μελετηθούν και να ερμηνευτεί ο ωκεάνιος φλοιός της γης, κάτι που υπό κανονικές συνθήκες θα ήταν εντελώς ανέφικτο, λόγω του βάθους των εκατοντάδων χιλιομέτρων όπου βρίσκονται.

Ο ωκεανός στον οποίο δημιουργήθηκε ο φλοιός του Τροόδους είναι γνωστός ως Τηθύς, που εκτεινόταν από την Ισπανία μέχρι τα Ιμαλάια και στην πραγματικότητα αποτελεί τη διαχωριστική ζώνη μεταξύ δυο τεκτονικών πλακών. Σήμερα οι γεωλόγοι και οι γεωμορφολόγοι πιστεύουν στην θεωρία των Λιθοσφαιρικών Πλακών. Η επιφάνεια της γης υποδιαιρείται σε αριθμό πλακών που περιλαμβάνει και τμήμα του ανώτερου μανδύα της γης. Οι πλάκες αυτές, πάχους 70-10 χλμ.. Είναι άκαμπτες, αν και μπορούν να υποστούν αλλοιώσεις στην περιφέρειά τους. Στην προκειμένη περίπτωση η Τηθύς διαχώριζε τις πλάκες της Ευρασίας και της Αφρικής. Οι δύο αυτές πλάκες πλησίασαν η μια την άλλη και η κατάδυση της Αφρικανικής πλάκας ή πιθανόν άλλης μικρότερης πλάκας κάτω από την Ευρασιατική, συνέβαλε στην ανύψωση και την αποκοπή τμήματος του ωκεάνιου φλοιού και μέρους του ανώτερου μανδύα της γης. Η ανύψωση ήταν σταδιακή και συνέβηκε κατά την Αλπική Ορογένεση. Όταν η ορογένεση σταμάτησε, η Κύπρος άρχισε να ανυψώνεται μαζί με το Τρόοδος. Ήταν ύστερα από αρκετά εκατομμύρια χρόνια διάβρωσης και αποσάθρωσης που η οροσειρά του Τροόδους έφθασε στο σημερινό της υψόμετρο. Ωστόσο, η ανύψωση επαναλήφθηκε και κατά την Πλειστόκαινη περίοδο, δηλαδή πριν 2 εκατομμύρια χρόνια κι ακόμα συνεχίζεται. Εξαιτίας λοιπόν αυτής της συνεχούς και αδιάκοπης διάβρωσης ο θόλος του Τροόδους διαβρώθηκε, σε σημείο που τα παλαιά πετρώματα του ωκεάνιου φλοιού να βρίσκονται εκτεθειμένα με την εξής σειρά από κάτω προς τα πάνω: χαρτσοβουργίτης, δουνίτης, βερλίτης, πυροξενίτης, γάββρος, πλαγιογρανίτης, διαβάσης, πίλλοου-λάβες.

Οροσειρά του Πενταδακτύλου

Η οροσειρά του Πενταδακτύλου, που αναπτύσσεται ανατολικά του Κορμακίτη μέχρι την Καρπασία, σ’ ένα πλάτος κάπου 5 χλμ. και σε μια μέση απόσταση από τις ακτές 8 περίπου χλμ., αποτελεί τμήμα της Αλπικής Ορογενετικής ζώνης που εκτείνεται από τα Πυρηναία μέχρι τα Ιμαλάια. Αρχικά τα πετρώματα της οροσειράς αυτής, που είναι πολύ παλαιά, είχαν εναποτεθεί βορειότερα των σημερινών ακτών της Κερύνειας. Η σειρά των πετρωμάτων αποτελείται από αλλόχθονους ιζηματογενείς σχηματισμούς, που η ηλικία τους κυμαίνεται από την Πέρμιο εποχή (πριν 280 εκατομμύρια χρόνια) μέχρι τη Μέση Μειόκαινη (πριν 15 εκατομμύρια χρόνια), καθώς και μεταμορφωμένα πετρώματα άγνωστης ηλικίας.

Υπολογίζεται ότι πριν 70 περίπου εκατομμύρια χρόνια, εξαιτίας μιας σύγκρουσης των πλακών της Ευρασιατικής και Αφρικανικής και κατ’ επέκταση των μικρών λιθοσφαιρικών πλακών που παρεμβάλλονταν μεταξύ τους, επήλθε σύγκρουση μιας απ’ αυτές με το φλοιό του Τροόδους. Έτσι δημιουργήθηκαν, ως αναμενόταν, ισχυρές τεκτονικές διαταραχές που είχαν ως αποτέλεσμα τη μεταμόρφωση των ιζηματογενών ασβεστολίθων, την πτύχωση και τον κατατεμαχισμό των ιζηματογενών πετρωμάτων του Πενταδακτύλου και κυρίως την εξώθηση νοτιότερα των αρχικών πετρωμάτων. Για πρώτη φορά η ξηρά αναδύθηκε πάνω από τη θάλασσα.

Από τη Σειρά «Σύγχρονη Γεωγραφία της Κύπρου», Τόμος Α, Φυσική Γεωγραφία της Κύπρου.

© 2026 SELAS PUBLICATIONS LTD. All Rights Reserved. Website Designed & Developed by Ruxbo